Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ



Βρέχει από το πρωί με μια ψιλή βροχή, μονότονα, τυραννικά. Νιώθω ένα ακαθόριστο συναίσθημα, σαν να άφησα κάτι μισό, κάτι που ποθούσα να τελειώσω, μα δεν πρόφτασα. Κάποιοι ψίθυροι έξω από την πόρτα. Βήματα βιαστικά. Ύστερα σιωπή. Χτυπά το τηλέφωνο. Μην απαντήσεις. Δεν θέλω να μάθω ποιος είναι. Δεν με νοιάζει. Δυο τρεις κρότοι από το πάνω πάτωμα. Παιδιά που παίζουν ίσως. Θα βγω μια βόλτα. Άφησα το παράθυρο ανοιχτό να μπει λίγος κρύος αέρας να τρυπώσει στις γωνιές. Δεν καταλαβαίνεις; Δεν πειράζει. Μπορεί έτσι να είναι καλύτερα. Χρειάζομαι κάποια μυστικά για να επιβιώσω, κάποια πράγματα δικά μου, να τα βλέπω και να τα νιώθω μόνη εγώ. Άσε! πιο καλά μην έρθεις. Δεν σε θέλω μαζί μου. Άντε γεια. Δεν θα αργήσω.
…Βρέχει ακόμα. Υπόκωφα φτάνει στ’ αυτιά μου ο ήχος των αυτοκινήτων. Τους θορύβους της πόλης τους γνωρίζω καλά, μα δεν είμαι σίγουρη αν πια τους αγαπώ. Άναψαν τα φώτα στους δρόμους και στα δωμάτια των σπιτιών. Παίρνω βαθιές αναπνοές να γεμίσω το στήθος μου, να ανακουφιστώ. Απατηλός τρόπος διαφυγής, αλλά τα καταφέρνω. Παρατηρώ τα χνάρια μου στο λασπωμένο χώμα, το τρομαγμένο φεγγάρι στον ουρανό. Οι ψιχάλες μού χτυπούν απαλά το πρόσωπο. Οι πόροι μου ρουφούν την υγρασία. Δρόμοι γεμάτοι κορμιά, φωνές κι ονόματα λησμονημένα, ερημικοί πια μετρούν τα βήματά μου. Προσπερνώ τις αναμνήσεις στα μέρη που αγάπησα, σε εικόνες γνωστές και μυρωδιές γνώριμες. Γελώ. Δακρύζω. Κάνω να τρέξω, να ξεφύγω. Έπειτα σταματώ. Μετανιώνω. Στο κοντινό πάρκο ξαποσταίνω. Κοιτώ τις κούνιες άδειες. Γυρεύω πίσω τις στιγμές των παιδικών μου χρόνων. Σφυρίζω ένα σκοπό που νόμιζα πως είχα ξεχάσει. Δίπλα το παλιό σχολείο. Θυμάμαι κρύβαμε το τσιγάρο στο μανίκι. Στον τοίχο μια ιστορία αγάπης. Όλα μοιάζουν όπως τότε, μα εμείς αλλάξαμε πολύ. Τα παράθυρα μεγάλα, σιωπηλά, σαν κελιά ορθάνοιχτα και παγωμένα. Πότε δραπέτευσαν τα όνειρα;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου