Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ



Ο σιδηροδρομικός σταθμός βρισκόταν στην άκρη της πόλης. Μικρός, πετρόχτιστος, γκρίζος, με ξεθωριασμένα κόκκινα παράθυρα και παλιοκαιρισμένα κεραμίδια. Λίγα μαρμάρινα τραπέζια και μερικές ψάθινες καρέκλες φιλοξενούσαν τους ταξιδιώτες τις ώρες της αναμονής. Οι ράγες σκουριασμένες, δίπλα στο κύμα, από τη μια μεριά οδηγούσαν σε αδιέξοδο και από την άλλη κατευθύνονταν παράλληλα με την ακτογραμμή προς την Αθήνα. Ένα θαλασσινό σκαρί, παρατημένο από καιρό, στεκόταν μισοβυθισμένο στο μώλο, ακριβώς μπροστά από το σταθμό, ακριβώς πίσω από τα κλαδιά μιας κλαίουσας ιτιάς. Φυσούσε δυνατά εκείνη την ώρα. Η ταμπέλα του σταθμού έτριζε ρυθμικά. Το κύμα πάφλαζε. Ο γέρος σταθμάρχης μπαινόβγαινε και έκανε με τη γλώσσα του έναν ήχο εκνευριστικό. Νύχτωνε. Ξεθώριαζαν τα σχήματα, οι μορφές, τα χρώματα. Πλήθαιναν οι σκιές. Στο τέλος απέμειναν μόνο οι ήχοι.
Και το τρένο δεν ερχόταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου