Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Ο ΠΙΝΑΚΑΣ



Ώρα πολύ στεκόταν μπροστά σε έναν αλλόκοτο πίνακα. Έτσι ένιωθε! Σαν να βουτούσε σε μαύρα, κατάμαυρα κι άβαθα νερά κι ολόγυρα αντικατοπτρισμοί ανθρώπων, στιγμών, αισθήσεων, όλα ένα συνοθύλευμα παλλόμενο. Ο πίνακας μπροστά του μιλούσε για τη ζωή του. Μα πως έγινε αυτό; Εκπληκτικό! Τρομακτικό! Τόσο πολύ μαύρο είχε η ψυχή του; Τόσο πολύ ασυνάρτητα κι απρόσμενα μισά ήταν τα θέλω του; Κορμιά ακρωτηριασμένα χωρίς πρόσωπο, χωρίς άκρα, στροβιλίζονταν σε ένα χάος σκιών, ασαφών σχημάτων, ένα φλεγόμενο μισοφέγγαρο, χωρίς αντανάκλαση στα έμψυχα και στα άψυχα. Αναγνώρισε στον πίνακα κρυμμένα σημάδια, κομμάτια από όνειρα ξεχασμένα, από καρδιές που αγάπησε, από σώματα που πόθησε, από ηδονές που λαχτάρησε. Και σιγά σιγά σχεδόν μεταμορφώθηκε σε μια από τις ελλιπείς μορφές, σε ένα χέρι που αναζητούσε να αγγίξει, σε ένα αυτί που πάσχιζε να ακούσει, σε ένα ασχημάτιστο ακόμα έμβρυο που ήθελε απεγνωσμένα να υπάρξει, σε ψάρι που αναζητούσε γαλάζια διάφανα νερά, σε άγνωστα κι αλύτρωτα πλάσματα που προσδοκούσαν να γίνουν γνωστά, να λυτρωθούν. Κοιτώντας τον πίνακα μεταμορφώθηκε σε χαρακιές φωτός μέσα στην άβυσσο κι αφέθηκε να στροβιλίζεται, να διαθλάται, να χωρά παντού κι έπειτα βίαια να ξεχύνεται. Παρασύρθηκε απρόσμενα κι αφέθηκε επιτέλους!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου