Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Ορατότητα περιορισμένη. Ίσως είναι μια λύση. Ανέτοιμο το βλέμμα να αρνηθεί τα όνειρα.
Μιάμιση ώρα ταξίδι. Παλιό, κακοσυντηρημένο λεωφορείο. Κάθε πρωί αξημέρωτα γαμώτο. Κάθε πρωί παλιές λαμαρίνες που τρίζουν και ξινή μυρωδιά.
Γιατί με κοιτούν; Έχουν μια χαρακιά στο μεσόφρυδο σαν κόψιμο βαθύ. Παράξενη θλίψη. Αιμορραγεί έγνοιες. 
Για να δω... Τίποτα. Ανακούφιση. Καμιά αιμορραγία στο πρόσωπό μου. Καμιά εκτόνωση. Πίεση αόρατη.
Υγρασία στα τζάμια σαν βροχή.
Θάλασσα σκοτεινή. Με γοητεύει.
Μπλεγμένα λόγια, εικόνες, μουσικές. Δε θυμάμαι.
Πως έφτασα ως εδώ; Με ποιες αρνήσεις; Ποιες αποδοχές;
Καταχνιά. Δικαιολογία για παραιτήσεις. Κοντόθωρες προοπτικές. Κοντόθωρα όνειρα.
Να αγοράσω ψωμί. Να τηλεφωνήσω στη μαμά. Να ποτίσω τη γλάστρα.
Κι ένα καινούριο βιβλίο οπωσδήποτε.
Να σταματήσω να πιστεύω όσα μου λένε. Μονίμως αφελής. Ευκολόπιστη. 
Χαζή; Ας μου δείξω επιείκεια.
Να μην ξαναερωτευτώ. Μόνο να με ερωτεύονται.
Γίνεται;
Αυτό το σημάδι στο γόνατο δεν θα φύγει ποτέ. Θεαματική πτώση στην άσφαλτο. Παιδί ήμουν.
Ούτε αυτά τα σημάδια θα φύγουν. Θεαματικές πτώσεις στη ζωή. Δεν ήμουν παιδί πια.
Ορατότητα περιορισμένη.
Δεν φταις εσύ. Εγώ πήρα τη γραμμή και την προέκτεινα.
Δεν φταις εσύ. Εγώ γέμισα χρώμα το περίγραμμα.
Ένα καινούριο βιβλίο οπωσδήποτε. Και μόνο να με ερωτεύονται.
Ορατότητα περιορισμένη.
Κι η ομίχλη μια τεράστια γομολάστιχα.
Ευτυχώς.
(Μάλλον...)


Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

ΑΔΙΕΞΟΔΟ


Η προσμονή ατέλειωτη
Ο φόβος εφιάλτης
Η μοναξιά αβάσταχτη
Κι εγώ χωρίς φτερά



Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΕΙΣ

Στιγμές όμορφες
Τρυφερά λόγια
Υποσχέσεις επιπόλαιες
Εφήμερα αισθήματα
Δεσμεύσεις στιγμιαίες
Προσωρινές συμφιλιώσεις
Επαναλήψεις αναίτιες
Να διασώζεται η μέρα
Απλουστεύσεις
Σ' αυτές χάνεται το παιχνίδι.



Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ

Σηκώνεται πάντα πριν χαράξει, αν έχει καταφέρει να κοιμηθεί. Θέλει χρόνο να ξυπνήσει μέσα της τις αρνήσεις, να τις ποτίσει καφέ, να τις κάνει δυνατές. Περιφέρεται άσκοπα στο σπίτι για λίγο. Αρχίζει μετά την προετοιμασία, αργά, μεθοδικά, όπως ο ηθοποιός στο καμαρίνι πριν την παράσταση της ημέρας. Κοιτάζεται προσεκτικά στον καθρέφτη. Μαλλιά μακριά, μάτια λαμπερά, σώμα καλοσχηματισμένο, ποθητό, ακόμα νεανικό. Μπλέκει τα ακροδάχτυλα στις μπούκλες, αγγίζει τα χείλη, το στήθος, την κοιλιά σαν για να βεβαιωθεί ότι είναι αληθινή, σαν για να πιστέψει ότι της ανήκει η ομορφιά της. Κι έπειτα σιγά σιγά αρχίζει και τη θαμπώνει. Τιθασεύει τα μαλλιά. Βάφει έντονα μαύρο το περίγραμμα των ματιών, τα αδειάζει από τα όνειρα, τα γυμνώνει από πολύχρωμα συναισθήματα. Κρύβει καλά το κορμί της σε ρούχα σκούρα και φαρδιά και σε βαριά πανωφόρια. Άχρωμη. Άοσμη. Άυλη. Έτοιμη. Ξεκινάει...
Κάθε πρωί κλείνει την πόρτα αποφασισμένη να τον αφήσει πίσω. Κάθε πρωί τον χαιρετά και φεύγει. Μα μέχρι να κατέβει στην εξώπορτα είναι εκεί και την περιμένει. Τρομάζει. Οργίζεται -Πόσα πολλά επιτρέπει ακόμα από όσα έλεγε πως τάχα τέλειωσε μαζί τους; - Δεν του μιλά στη διαδρομή. Κάνει πως δεν τον βλέπει, δεν τον ακούει, δεν τον αισθάνεται. Παριστάνει την αδιάφορη. Προχωρά και πάει. Πάει. Πάει... Ατρόμητη και σίγουρη πως θα χαθούν σε μια στροφή, πως θα κουραστεί από τη σιωπή και θα φύγει, πως θα κοντοσταθεί κάπου κι εκείνη θα προλάβει να τρέξει και να κρυφτεί. Ανάβει τσιγάρο. Κλείνει πάντα τα μάτια στην πρώτη ρουφηξιά, όπως άλλοι στο πρώτο φιλί. Ελπίζει , όταν τα ανοίξει πάλι, να μην είναι πια εκεί. Όμως είναι. Επιμένει. Αντέχει. Είναι.
Η εικόνα της, που αρνείται, ο εαυτός, που προδίδει, μονίμως την ακολουθεί. Της ανακατώνει τα μαλλιά, της υγραίνει το βλέμμα, της κοκκινίζει τα χείλη. Καραδοκεί. Περιμένει την τελική αναμέτρηση. Κι η μάχη συνεχίζεται. Εκείνη ελπίζει πως θα νικήσει όντας ήδη ηττημένη. Μετράει ξανά τις αντοχές της. Παίρνει βαθιά ανάσα. Συνεχίζει....



Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

ΖΩ

Κι όλο γυρεύω μέσα στ' όνειρο τα χρώματα ν' αλλάξω
γιατί ποτέ μου δεν το μπόρεσα
απλά να επιζήσω.


Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

ΙΣΩΣ

Κρύφτηκα καλά
Δε μ' ανακάλυψες
Ποτέ δε μετάνιωσα
Μα ο πόνος φριχτός
Ίσως και να 'ναι
Όχι που δε μ' ανακάλυψες
Αλλά που δε μετάνιωσα


Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

ΟΝΕΙΡΟ

Τίποτα δεν με πείθει πια πως το λίγο σου είναι καλύτερο απ' το καθόλου. Όπως στ' αλήθεια είμαι με ονειρεύτηκες, αλλά εντέλει διάλεξες το όνειρο, όχι εμένα. Απατηλό κι αυτό το ταξίδι. Απομένω, λοιπόν, στην αφετηρία αρνούμενη πεισματικά την πλάνη, με τις αποσκευές στο χέρι έτοιμες από καιρό. Πως δεν τις είδες; Αφίξεις κι αναχωρήσεις ονείρων δεν τις υπολογίζω. Άλλο δρομολόγιο περιμένω, σε διάφανο συρμό, σε βαγόνι διάφανο, χωρίς τις ψευδαισθήσεις των χρωμάτων, χωρίς φρούδες σκιές, χωρίς λάμψεις αστερόσκονης.
Θα 'ρθει, δεν μπορεί.
Θα 'ρθει επιτέλους!



Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ

Βρέχει από το πρωί, μονότονα, τυραννικά. Το κορμί του ρουφά την υγρασία. Σιχαίνεται την αίσθηση, αλλά τη χρειάζεται ταυτόχρονα για να νιώσει ζωντανός. Εκείνη σηκώθηκε ώρα πριν. Φτιάχνει καφέ στην κουζίνα. Αφουγκράζεται σιωπηλός τους γνώριμους ήχους της, το νερό που βράζει, το κουταλάκι στο φλιτζάνι, τις βαθιές ανάσες. Σκέτο πίνει τον καφέ της. Όλα ξεκάθαρα τα θέλει στη ζωή. Κάποτε του άρεσε αυτό. Τώρα τον τρομάζει. Ακόμα του αρέσει, αλλά τον τρομάζει. Του εκβιάζει παραδοχές που δεν είναι έτοιμος να κάνει. Του ζητά τα ναι και τα όχι αρθρωμένα χωρίς δισταγμό. Μα εκείνος είναι ακόμα στα ίσως.
Φορές φορές αποζητά να την αγκαλιάσει, να τη φιλήσει ξανά και ξανά, να αγγίξει το σώμα της, να το λεηλατήσει. Κι έπειτα από αυτή την κατάκτηση να της πει τα μυστικά του, όσα νομίζει πως θέλει, πόσο αυτά απέχουν από όσα εντέλει μπορεί. Μετά όμως μεθά από το άγγιγμα, διστάζει μήπως χάσει την αίσθηση κι αφήνεται να διασκορπιστεί σε χιλιάδες μικρούς κόκκους, να κολλήσει πάνω της, όπως η άμμος στο υγρό κορμί, και να μείνει εκεί για όσο διαρκεί το καλοκαίρι τους.
Σήμερα όμως βρέχει από το πρωί. Αρνείται να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ελπίζει να έρθει εκείνη, να έρθει να του ψιθυρίσει πως δεν πειράζει, πως αποφάσισε για λίγο να νοθεύσει τον καφέ της με μια κουταλιά ζάχαρη και λίγο γάλα. Την ακούει που ανάβει τσιγάρο και απελευθερώνει τον καπνό. Σίγουρα κάθεται με μαζεμένα τα πόδια, με τα γόνατα ακουμπισμένα στο στήθος, άκρη άκρη στον καναπέ, ξυπόλητη, με τα μακριά μαλλιά της ακόμα μπερδεμένα, με τα μάτια της μισόκλειστα. Συνηθίζει να κρατά με τ' ακροδάχτυλά της το ρυθμό του τραγουδιού, που παίζει στο μυαλό της, χτυπώντας τα στην κούπα. Ταξιδεύει αυτή την ώρα μόνη της, χωρίς εκείνον. Της το επιτρέπει.
Ανασηκώνει το πάπλωμα -μα πότε έπιασαν τα κρύα; γιατί πάπλωμα;- ως πάνω από το κεφάλι του. Ξαφνικά νιώθει ακαταμάχητη την επιθυμία να κρυφτεί, να εξαφανιστεί. Τα σεντόνια έχουν το άρωμά της. Τα αγγίζει. Τα χαϊδεύει. Του λείπει. Του λείπει τόσο πολύ ακόμα. Ακόμα... Πάνε χρόνια που έφυγε. Κι όμως κάθε πρωί γυροφέρνει στο σπίτι, αφήνει μυρωδιές, κάνει ήχους, βουλιάζει τα μαξιλάρια του καναπέ, πίνει τον καφέ του και καπνίζει τα τσιγάρα του.
Αν ήταν τα ίσως του ναι και όχι....
Αν τολμούσε τις παραδοχές...
Αν είχε εκτεθεί...
Τόσες ανώφελες υποθέσεις.

.............................

Μα πως τρύπωσε η βροχή κάτω από τα σκεπάσματα;



Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

ΓΥΜΝΟΙ

Έρωτά μου
Ομορφιά μου
Αστέρι μου
Αστεράκι -χωρίς μου-
Φθίνουσα πορεία
Όπως συνηθίζεται άλλωστε
Τώρα πια
Εγώ κι εσύ
Μόνο με τα μικρά μας ονόματα
Γυμνοί από εξιδανικεύσεις
Έτοιμοι για την αλήθεια.

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

ΘΕΛΩ

Η λήθη εξαλείφει
Αφανίζει τις λέξεις
Καταπίνει τις μορφές
Απόλυτη απουσία
Με τρομάζει
Η μνήμη μεταμορφώνει
Αλλάζει το φως
Παραποιεί τα σχήματα
Πλάνη απόλυτη
Με φοβίζει
..................

Δε θέλω να ξεχάσω
Δε θέλω να θυμάμαι
Να σε ζω θέλω.

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ

Κοίτα τα φώτα εκεί μακριά
Ανάμεσα στα σύννεφα πηγαίνουν πάνω κάτω
Τώρα που φτάσαμε τόσο ψηλά
Μη μ' αφήσεις να πέσω
Πέρα στον ορίζοντα γλυκοχαράζει
Είδα μια φωτιά στην άκρη της θάλασσας
Τώρα που φτάσαμε τόσο κοντά
Μη μ' αφήσεις να καώ
Η μέρα μοιάζει απέραντη
Η πόλη κρύβει μυστικά
Σε γωνιές αντάμωσα τους φίλους
Σε στενά σοκάκια την αγάπη
Έμαθα να αισθάνομαι τα λόγια
Ν' αναγνωρίζω στο γέλιο το δάκρυ
Κοίτα τα φώτα εκεί μακριά
Με τον ήλιο άρχισαν ν' αργοπεθαίνουν
Η μέρα μοιάζει απέραντη
Η πόλη κρύβει μυστικά
Τώρα που πήγαμε τόσο μακριά
Μη μ' αφήσεις να χαθώ

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

ΜΕΤΕΩΡΗ

Νόμισα πως τέλειωσα με τις ταφές στη ζωή μου
Μετά από τόσα δάκρυα, τόσο ανείπωτο πόνο...
Όμως ποιος μπορεί με σιγουριά να πει 
πόσο θα κρατήσει μια θλίψη;
Χαμένα πρόσωπα, αίσθηση κενού, νέος θάνατος
Κι η είσοδος που με καλοδέχτηκε δεν είναι έξοδος
Οι ερωτήσεις πια δεν έχουν νόημα κανένα
Ακόμα και το ενδεχόμενο της ελπίδας μετέωρο
Δείχνοντας πως έχω τα πάντα 
Και πάλι με το τίποτα απομένω.
..........

(Μου επιτρέπεται νομίζω η παραίτηση.)

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

ΜΠΟΡΩ

Μισώ την άθλια φυλακή μου
Μα πια δεν τη φοβάμαι
Τα βαριά σιδερένια κάγκελα
Τα σιχαίνομαι
Όμως δεν με τρομάζουν
Την ξυνή μυρωδιά της μούχλας
-όσο κι αν με πνίγει-
την αντέχω ακόμα
Τα ρυθμικά βήματα των δεσμωτών
Με τρελαίνουν
Μα έχω τη δύναμη να τα υπομείνω
Κι αυτές τις αλυσίδες
στα ματωμένα μου χέρια
Δεν τις νιώθω πια βαριές
Θαρρείς δεν υπάρχουν
Γιατί ξέρω
-ναι αυτό το ξέρω καλά-
πως μπορώ...
Μπορώ να οργανώσω
την απόδρασή μου.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

ΑΠΟΤΥΧΙΑ

Δε βρήκα -όχι ακόμα- το σωστό λάθος
Αυτό που ίσως να μου είχα συγχωρήσει.

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

ΠΑΙΔΙ

Νύχτα
Στη γωνιά του κόσμου
Πιο εδώ απ' το παράθυρο
Μικρού παιδιού
Πολύχρωμη σκιά
Σε σκοτάδι απατηλό
Κανείς δεν την είδε
Κανείς δεν άκουσε
Την πλήγωσαν
Τη μάτωσαν
Το πρωί φάνηκε
Ήταν ένα παραμύθι
Ολομόναχο ξεψύχησε
Στάχτες ονείρου
Άνεμος τις σκόρπισε μακριά

(Και το παιδί μεγάλωσε γρήγορα...)

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

ΑΝΤΙΦΑΣΗ

Ζωή μαζί και θάνατος
Μαζί αλήθεια κι όνειρο
Εγώ μονάχη
Εδώ, εκεί και πουθενά
Εγώ δική σου
Και κανενός