Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ

Βρέχει από το πρωί, μονότονα, τυραννικά. Το κορμί του ρουφά την υγρασία. Σιχαίνεται την αίσθηση, αλλά τη χρειάζεται ταυτόχρονα για να νιώσει ζωντανός. Εκείνη σηκώθηκε ώρα πριν. Φτιάχνει καφέ στην κουζίνα. Αφουγκράζεται σιωπηλός τους γνώριμους ήχους της, το νερό που βράζει, το κουταλάκι στο φλιτζάνι, τις βαθιές ανάσες. Σκέτο πίνει τον καφέ της. Όλα ξεκάθαρα τα θέλει στη ζωή. Κάποτε του άρεσε αυτό. Τώρα τον τρομάζει. Ακόμα του αρέσει, αλλά τον τρομάζει. Του εκβιάζει παραδοχές που δεν είναι έτοιμος να κάνει. Του ζητά τα ναι και τα όχι αρθρωμένα χωρίς δισταγμό. Μα εκείνος είναι ακόμα στα ίσως.
Φορές φορές αποζητά να την αγκαλιάσει, να τη φιλήσει ξανά και ξανά, να αγγίξει το σώμα της, να το λεηλατήσει. Κι έπειτα από αυτή την κατάκτηση να της πει τα μυστικά του, όσα νομίζει πως θέλει, πόσο αυτά απέχουν από όσα εντέλει μπορεί. Μετά όμως μεθά από το άγγιγμα, διστάζει μήπως χάσει την αίσθηση κι αφήνεται να διασκορπιστεί σε χιλιάδες μικρούς κόκκους, να κολλήσει πάνω της, όπως η άμμος στο υγρό κορμί, και να μείνει εκεί για όσο διαρκεί το καλοκαίρι τους.
Σήμερα όμως βρέχει από το πρωί. Αρνείται να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ελπίζει να έρθει εκείνη, να έρθει να του ψιθυρίσει πως δεν πειράζει, πως αποφάσισε για λίγο να νοθεύσει τον καφέ της με μια κουταλιά ζάχαρη και λίγο γάλα. Την ακούει που ανάβει τσιγάρο και απελευθερώνει τον καπνό. Σίγουρα κάθεται με μαζεμένα τα πόδια, με τα γόνατα ακουμπισμένα στο στήθος, άκρη άκρη στον καναπέ, ξυπόλητη, με τα μακριά μαλλιά της ακόμα μπερδεμένα, με τα μάτια της μισόκλειστα. Συνηθίζει να κρατά με τ' ακροδάχτυλά της το ρυθμό του τραγουδιού, που παίζει στο μυαλό της, χτυπώντας τα στην κούπα. Ταξιδεύει αυτή την ώρα μόνη της, χωρίς εκείνον. Της το επιτρέπει.
Ανασηκώνει το πάπλωμα -μα πότε έπιασαν τα κρύα; γιατί πάπλωμα;- ως πάνω από το κεφάλι του. Ξαφνικά νιώθει ακαταμάχητη την επιθυμία να κρυφτεί, να εξαφανιστεί. Τα σεντόνια έχουν το άρωμά της. Τα αγγίζει. Τα χαϊδεύει. Του λείπει. Του λείπει τόσο πολύ ακόμα. Ακόμα... Πάνε χρόνια που έφυγε. Κι όμως κάθε πρωί γυροφέρνει στο σπίτι, αφήνει μυρωδιές, κάνει ήχους, βουλιάζει τα μαξιλάρια του καναπέ, πίνει τον καφέ του και καπνίζει τα τσιγάρα του.
Αν ήταν τα ίσως του ναι και όχι....
Αν τολμούσε τις παραδοχές...
Αν είχε εκτεθεί...
Τόσες ανώφελες υποθέσεις.

.............................

Μα πως τρύπωσε η βροχή κάτω από τα σκεπάσματα;



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου