Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

ΑΝΑΜΟΝΗ



Περίμενα στην αίθουσα αναμονής με τα αποτελέσματα των εξετάσεων στο χέρι. Προσπαθούσα να μη σκέφτομαι, να μη νιώθω. Ήρθε ξαφνικά με το παιδί στην αγκαλιά. Ραντεβού δεν είχε κλείσει. Μπήκε στο ιατρείο με φωνές και κλάματα. Τον κοίταξα στα μάτια. Με παρακαλούσαν. Μου ζητούσαν βοήθεια. Κοίταξα το παιδί. Ήταν δεν ήταν τριών χρονών. Φαινόταν ότι πονούσε και ψηνόταν στον πυρετό. Έκανα ένα νεύμα. Ας περνούσε. Είχα χρόνο ή έτσι πίστευα. Μπήκε στο ιατρείο κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Σε λίγο βγήκε βουβός. Κάθισε στην πολυθρόνα. Άκρη άκρη σαν έτοιμος να φύγει. Κουνούσε μηχανικά το πόδι και μάσαγε τα χείλη του. Έπρεπε να μεταφερθεί ο ασθενής το ταχύτερο στο νοσοκομείο. Έγνεψε. Έβγαλε ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα κι έκανε να πληρώσει. Ο γιατρός του απομάκρυνε το χέρι. Κράτα το, είπε, θα το χρειαστείς. Πήρε ξανά το παιδί αγκαλιά κι έφυγε με το κεφάλι σκυμμένο. Τον είδα από το παράθυρο στην πιάτσα των ταξί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου